Τσάροι Vs Σουλτάνοι

tsars

Η ύπουλη κατάρριψη του SU-24 από την Τουρκία, την περασμένη Τρίτη, θα γραφτεί στην ιστορία ως η πρώτη φορά, από την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, που μια χώρα μέλος του ΝΑΤΟ κατέρριψε ένα ρωσικό στρατιωτικό αεροσκάφος. Παρ’ όλ’ αυτά, το συγκεκριμένο περιστατικό δεν παύει να αποτελεί έναν ακόμη κρίκο στη μακρά αλυσίδα των διαχρονικά τεταμένων σχέσεων μεταξύ των δυο χωρών, των οποίων η μοίρα της ιστορίας, της γεωγραφίας και της διαφορετικής θρησκείας έταξε να είναι αντίπαλοι. Συνολικά από το 1568 μέχρι το 1918 διεξήχθησαν συνολικά 12 πόλεμοι μεταξύ των δυο χωρών, εκ των οποίων οι 7 έληξαν με νίκη υπέρ της ρωσικής αρκούδας.

Προπύργιο της Χριστιανοσύνης

H αντιπαλότητα μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας αναδύθηκε ουσιαστικά τον 16ο αιώνα, με την εμφάνιση των δύο μεγάλων αυτοκρατοριών. Ήδη, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 από τους Οθωμανούς Τούρκους, η Μόσχα θεωρούσε τον εαυτό της ως την «Τρίτη Ρώμη» και συνάμα προπύργιο της Ανατολικής Χριστιανοσύνης. Την ίδια περίοδο οι Οθωμανοί επέκτειναν τα όρια της Αυτοκρατορίας τους στη Μέση Ανατολή και τα Βαλκάνια, όπου η πλειοψηφία των κατοίκων ήταν Ορθόδοξοι Σλάβοι, τους οποίους η Ορθόδοξη Ρωσία διεκδικούσε ώστε να διαδραματίσει τον ρόλο προστάτη.

Γεωπολιτικά συμφέροντα

Η επακόλουθη μεγάλη επέκταση της Ρωσίας, τον 17ο αιώνα προς ανατολάς, συνέπεσε με την παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι που ακολούθησαν ήταν ουσιαστικά το αποτέλεσμα των προσπαθειών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας να βρει διέξοδο προς τη Μαύρη Θάλασσα και, σε μεταγενέστερα στάδια, να θέσει υπό τον έλεγχό της τον Καύκασο, να κυριαρχήσει στη Βαλκανική χερσόνησο, να αποκτήσει έλεγχο των Δαρδανελίων και των στενών του Βοσπόρου, γεγονός που θα της εξασφάλιζε την πρόσβαση στους διαδρόμους του παγκόσμιου εμπορίου.

Η πρώτη σύγκρουση

Οι πρώτες εχθροπραξίες μεταξύ των Ρώσων και των Τατάρων της Κριμαίας τοποθετούνται χρονολογικά κατά τη διάρκεια του 16ου και 17ου αιώνα. Η πρώτη άμεση αντιπαράθεση ξεκίνησε με τον πόλεμο του 1677 – 1681, στην οποία η Ρωσία απέκτησε τον έλεγχο της Ουκρανίας ανατολικά του ποταμού Δνείπερου. Το 1696, ο Μεγάλος Πέτρος θα πετύχει τη μεγάλη ρωσική νίκη εναντίον των Τατάρων Τούρκων, καταλαμβάνοντας το οθωμανικό φρούριο του Αζόφ. Στον Μεγάλο Βόρειο Πόλεμο (1700-1721) που ακολούθησε, ο σουλτάνος Αχμέτ Γ΄ μπήκε σε ανοικτή σύγκρουση κατά της Ρωσίας και το 1710 ανέκτησε το Αζόφ με την Ειρήνη του Προύθου (1711). Η Γαλλία, η παραδοσιακή σύμμαχος των Οθωμανών τότε, είχε μερίδιο στην υποκίνηση αυτήν και στις μετέπειτα οθωμανικές προσπάθειες αναχαίτισης της ρωσικής προέλασης.

Η Συνθήκη του Βελιγραδίου

Το 1736 ξέσπασε εκ νέου πόλεμος μεταξύ των Οθωμανών και της Ρωσίας, στον οποίο ενεπλάκη και η Αυστρία – στο πλευρό της δεύτερης. Οι Ρώσοι ανακατέλαβαν το Αζόφ και πέτυχαν εντυπωσιακή νίκη στη Μολδαβία, με τον Στρατηγό M?nnich (1739). Ωστόσο, η Αυστρία θορυβήθηκε από τις ρωσικές φιλοδοξίες στα Βαλκάνια και σύναψε ξεχωριστά τη Συνθήκη του Βελιγραδίου (1739), στην οποία η Ρωσία αναγκάστηκε να προσχωρήσει. Η Ρωσία συμφώνησε στην αποστρατιωτικοποίηση του Αζόφ και παραιτήθηκε από τις επιδιώξεις της για κατασκευή στόλου στη Μαύρη Θάλασσα.

Κατάληψη της Κριμαίας

Ο πρώτος μεγάλος ρωσοτουρκικός πόλεμος διήρκησε από το 1768 μέχρι το 1774, και ήταν το έμμεσο αποτέλεσμα της ρωσικής παρέμβασης στην Πολωνία. Ο Σουλτάνος Μουσταφά Γ΄, θορυβημένος από τη δράση της Ρωσίας και με την υποστήριξη της Γαλλίας, κήρυξε τον πόλεμο στην Αικατερίνη Β΄ της Ρωσίας. Οι Ρώσοι κατέλαβαν την Κριμαία το 1771 και έθεσαν υπό τον έλεγχό τους και την περιοχή της Μολδοβλαχίας. Η Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) αναγνώρισε το Χανάτο της Κριμαίας ως ανεξάρτητο, έδωσε στη Ρωσία σημαντικά εδαφικά κέρδη, παραχωρώντας στον Σουλτάνο τον ρόλο του «προστάτη» των Ελλήνων Ορθόδοξων υπηκόων, και επέτρεψε στα ρωσικά πλοία να πλέουν στη Μαύρη Θάλασσα και να περνούν ανενόχλητα μέσα από τα Στενά.

Ανησυχία των Μεγάλων Δυνάμεων

Ένας γενικός διαμελισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε συζητηθεί κατά τη Συνθήκη Συμμαχίας (1781) μεταξύ της Αικατερίνης Β΄ και του Αυτοκράτορα της Γερμανίας Ιωσήφ Β΄. Η μοίρα επομένως της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προκάλεσε σημαντική ανησυχία στις δυτικές δυνάμεις, που δημιούργησαν το περιβόητο «Ανατολικό Ζήτημα». Το 1783, η Αικατερίνη προσάρτησε οριστικά την Κριμαία και ο νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος που ξέσπασε το 1787 έληξε με, την ευνοϊκή για τη Ρωσία διευθέτηση, τη Συνθήκη του Ιασίου (1792).

Ελληνική Επανάσταση

Το 1806 ο σουλτάνος Σελίμ Γ΄ καθαιρέθηκε από τους ρωσόφιλους διοικητές της Μολδοβλαχίας, μια πράξη που οδήγησε στο ξέσπασμα του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1806 – 1812. Τον πόλεμο επίσπευσε η αστραπιαία εκστρατεία του Κουτούζοβ το 1811-1812 και είχε ως αποτέλεσμα την απόκτηση της Βεσσαραβίας από τη Ρωσία με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1812). Το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης προκάλεσε τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-29, ο οποίος έληξε με τη Συνθήκη της Αδριανούπολης.

Με τη συγκεκριμένη Συνθήκη, χορηγήθηκε στη Ρωσία έδαφος στις εκβολές του Δούναβη και στον Καύκασο και ένα εικονικό προτεκτοράτο της Μολδοβλαχίας. Η Συνθήκη εγγυήθηκε επίσης την αυτονομία της Ελλάδας και σε μικρότερο βαθμό της Σερβίας. Τρία χρόνια αργότερα, μια ρωσική δύναμη κατέλαβε τον Ελλήσποντο για να προστατεύσει τον Οθωμανό Σουλτάνο ενάντια στις δυνάμεις του Μοχάμεντ Αλί της Αιγύπτου.

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος

Όταν, το 1853, η Ρωσία επιδίωξε να αποκτήσει περαιτέρω παραχωρήσεις από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι Οθωμανοί, υποστηριζόμενοι από την Αγγλία και τη Γαλλία, κήρυξαν τον πόλεμο. Οι σύμμαχοί τους ξεκίνησαν τη σύγκρουση το 1854, με αποτέλεσμα την έναρξη του Κριμαϊκού Πόλεμου. Η ειρήνη του 1856 δεν έφερε σημαντικές εδαφικές αναπροσαρμογές, αλλά σηματοδότησε μια σοβαρή οπισθοδρόμηση για τη ρωσική επιρροή στην περιοχή.

Ο τελευταίος πόλεμος

Ο τελευταίος χρονολογικά πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας προκλήθηκε από τις αντι-οθωμανικές εξεγέρσεις του 1875 στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Μετά την εξασφάλιση της αυστριακής ουδετερότητας, η Ρωσία κήρυξε ανοιχτά τον πόλεμο εναντίον των Τούρκων το 1877. Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, το 1878, αναθεώρησε τον χάρτη υπέρ της Ρωσίας και της ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια, με αποτέλεσμα οι ευρωπαϊκές δυνάμεις να συγκαλέσουν το Συνέδριο του Βερολίνου για την αναθεώρηση των όρων της συνθήκης του Αγίου Στέφανου.

Ρωσία και Οθωμανική Αυτοκρατορία ήρθαν αντιμέτωπες για ακόμα μια φορά κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πόλεμου. Η Ρωσία τάχθηκε με τους μέχρι τότε παραδοσιακούς συμμάχους των Οθωμανών, Αγγλία και Γαλλία, ενώ, από την άλλη, οι Οθωμανοί αγωνίστηκαν με τους πρώην εταίρους της Ρωσίας, την Αυστρία και τη Βουλγαρία. Με μια ξεχωριστή ρωσοτουρκική συνθήκη, το 1921, η ΕΣΣΔ επέστρεψε τις περιοχές Καρς και Αρνταχάν, που αποκτήθηκαν το 1878, στην τουρκική κυβέρνηση Ατατούρκ.

Ο Μαρξ και το «Ανατολικό Ζήτημα»

Ιστορικά αξίζει επίσης να σημειωθεί πως στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Ρωσία εξασφάλισε αρχικά την έγκριση της Βρετανίας και της Γαλλίας για την τελική προσάρτηση της Κωνσταντινούπολης και των στενών, αλλά η Επανάσταση κατέστησε αυτές τις ελπίδες μάταιες. Σε αυτό το πλαίσιο, το τελευταίο διάστημα, ακόμα και πριν από το επεισόδιο μεταξύ Τουρκίας-Ρωσίας, επικρατεί, κυρίως στο διαδίκτυο, μια τάση που θέλει τις δύο χώρες να μπαίνουν σε έναν ανοιχτό πόλεμο με παγκόσμιες διαστάσεις-επιπτώσεις.

Οι αναλύσεις αυτές, που κάνουν λόγο και για κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από την Ορθόδοξη Ρωσία, χρεώνονται συνήθως σε συγκεκριμένη μερίδα ατόμων που τυγχάνει να έχει αυξημένο το χριστιανικό-θρησκευτικό συναίσθημα. Ανεξαρτήτως του τι πιστεύει κανείς, αυτό που αξίζει να μελετηθεί για το θέμα είναι και η άποψη ενός μεγάλου θεωρητικού, του Καρόλου Μαρξ, ο οποίος κάθε άλλο παρά για θρησκοληψία θα μπορούσε κατηγορηθεί. Έγραφε λοιπόν ο Μαρξ, στις 12 Αυγούστου το 1853, στη «New York Daily Tribune»:

«H θρησκεία και ο πολιτισμός της Ρωσίας είναι βυζαντινής προέλευσης, και έτσι η πρόθεσή της να υποτάξει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που τότε βρισκόταν στην ίδια παρακμή όσο σήμερα η Οθωμανική, ήταν ακόμη φυσικότερη από την πρόθεση των Γερμανών αυτοκρατόρων να κατακτήσουν την Ιταλία», και καταλήγει, μεταξύ άλλων, πως «ο αγώνας δυτικής Ευρώπης και Ρωσίας για την κατοχή της Κωνσταντινούπολης περικλείει το ερώτημα, αν ο βυζαντινισμός θα υποκύψει μπροστά στον δυτικό πολιτισμό, ή αν ο ανταγωνισμός τους θα αναβιώσει, με μορφή περισσότερο τρομερή και κατακτητική όσο ποτέ.

»Η Κωνσταντινούπολη είναι η χρυσή γέφυρα ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση, κι ο δυτικός πολιτισμός, όπως ο ήλιος, δεν μπορεί να κάνει τον κύκλο του γύρω από τον κόσμο δίχως να περάσει από τούτη τη γέφυρα, και δεν μπορεί να την περάσει δίχως αγώνα με τη Ρωσία. Ο Σουλτάνος κρατά την Κωνσταντινούπολη προς φύλαξη για λογαριασμό της Επανάστασης, ενώ οι σημερινοί ονομαστικοί άρχοντες της δυτικής Ευρώπης, που κι οι ίδιοι βρίσκουν τον έσχατο προμαχώνα της δικής τους ”τάξης πραγμάτων” στις όχθες του Νέβα, δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο παρά να κρατήσουν το ζήτημα ανοιχτό, ώσπου η Ρωσία ν ’αντιμετωπίσει τον πραγματικό της αντίπαλο, την Επανάσταση. Η Επανάσταση που θα γκρεμίσει τη Ρώμη της Δύσης και θα δαμάσει επίσης τη δαιμονική επήρεια της Ρώμης της Ανατολής».

(Δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη «Σημερινή»  στις  29 Νοεβμρίου 2015)