Από την «Ένωση» στο Σύνταγμα της Ζυρίχης

ΜΟΝΟ ΕΝΩΣΗ

Πενήντα επτά χρόνια έχουν περάσει από την ιστορική εκείνη υπογραφή των συμφωνιών στη Ζυρίχη και στο Λονδίνο, που ενταφίασαν ουσιαστικά το όραμα για Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, για το οποίο οι ηρωομάρτυρες της ΕΟΚΑ θυσιάστηκαν τα προηγούμενα πέντε χρόνια. Ο αντιαποικιακός-ενωτικός αγώνας, που άρχισε το 1955, απέκτησε με το πέρασμα του χρόνου έναν παλλαϊκό χαρακτήρα, γεγονός που θορύβησε έντονα τους Άγγλους, που έβλεπαν τη μια μετά την άλλη τις αποικίες τους να διεκδικούν ανεξαρτησία, απειλώντας την κυριαρχία της κραταιής Pax Britanica.

Αντιλαμβανόμενοι οι Βρετανοί πως το διεθνές περιβάλλον απαιτούσε πλέον έναν διαφορετικού τύπου έλεγχο των αποικιών, κατάφεραν σταδιακά να μετατρέψουν το διεθνές αποικιοκρατικό ζήτημα σε δικοινοτικό πρόβλημα μεταξύ της πλειοψηφίας των Ελλήνων και της τουρκικής μειονότητας. Προκειμένου να αντισταθμίσουν την πίεση των Ε/κ για αυτοδιάθεση, οι Άγγλοι συνεργάστηκαν με την Τουρκία, προκειμένου να πείσουν τους Τ/κ ότι η Ένωση αποτελεί γι’ αυτούς απειλή.

Η Τριμερής του Λονδίνου το ‘55

Στήνοντας την Τριμερή Διάσκεψη του Λονδίνου στις 29 Αυγούστου 1955, οι Βρετανοί κατάφεραν να φέρουν στο ίδιο τραπέζι τούς Υπουργούς Εξωτερικών Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας, με αποτέλεσμα να επικαιροποιηθεί ο ρόλος της τρίτης στην Κύπρο, τα δικαιώματα επί της οποίας είχε απεμπολήσει 32 χρόνια πριν, με τη Συνθήκη της Λωζάννης.

ΤΜΤ και σχέδιο Mακμίλαν

Ακολούθησε η ίδρυση της τουρκικής τρομοκρατικής οργάνωσης VOLKAN, που αργότερα μετονομάστηκε σε TMT (1958), με αρχικό στόχο τη διχοτόμηση. Οι συνεχιζόμενες προβοκάτσιες από τους Τούρκους και οι επιθέσεις τους εναντίον των Ελλήνων άνοιξαν έναν φαύλο κύκλο αίματος, τον οποίο οι Βρετανοί έσπευσαν άμεσα να εκμεταλλευτούν.

Στις 16 Ιουνίου 1958, οι Άγγλοι παρουσιάζουν το σχέδιο του Βρετανού Πρωθυπουργού Μακμίλαν που, έχοντας ως αιτιολογικό την ανάγκη για τερματισμό των δικοινοτικών ταραχών, απέκλειε αφενός την αυτοδιάθεση, προτείνοντας αφετέρου τη δημιουργία ενός συνεταιρισμό μεταξύ Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας, που προέβλεπε διπλές υπηκοότητες και δυο Κοινοβούλια. Η άρνηση της πρότασης από Ελλάδα και Κύπρο προκάλεσε την αντίδραση Βρετανών και Τούρκων, που εκβίαζαν για μονομερή εφαρμογή τους. Οι Τούρκοι, μάλιστα, απειλούσαν με αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων, προκειμένου να επιτευχθεί η αποκατάσταση της τάξης.

Η πρώτη υποχώρηση

Αν και μέχρι εκείνη την εποχή το κυρίαρχο σύνθημα του Μακαρίου ήταν η λέξη «Ένωσις», εντούτοις, η μια δήλωσή του σε συνέντευξη στην Αγγλίδα βουλευτή Μπάρμπαρα Καστλ στις 22 Σεπτεμβρίου του 1958 έπεσε ως «κεραυνός εν αιθρία» σε Κύπρο και Ελλάδα. «Εισηγούμαι όπως μετά από μίαν καθωρισμένην περίοδον αυτοδιακυβερνήσεως η Κύπρος καταστή μία ανεξάρτητος χώρα, μη συνδεομένη με την Ελλάδα ή την Τουρκίαν», ήταν η χαρακτηριστική δήλωση του Μακαρίου, που οδήγησε ακόμη και τον Γεώργιο Παπανδρέου (ως αντιπολίτευση του Καραμανλή) να κάνει λόγο περί «εθνικής καταστροφής».

Αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι είχε προηγηθεί μια αμφιλεγόμενη δήλωση του Μακαρίου ένα χρόνο σχεδόν πριν, στην εφημερίδα «Ελευθερία», που μεταξύ άλλων είπε αναφορικά με τα σχέδια ανεξαρτησίας πως «εάν επρόκειτο περί πραγματικής ανεξαρτησίας, η οποία δεν αποκλείει την εφαρμογή της αυτοδιαθέσεως, τότε θα ηδύνατο να συζητήσει τα σχέδια ταύτα».

Από την πλευρά της η Κυβέρνηση Καραμανλή, αν και δεν φαίνεται να είχε προηγηθεί συνεννόηση με τον Αρχιεπίσκοπο, εμφανίστηκε πρόθυμη να τον στηρίξει, αποσύροντας το αρχικό αίτημα για «Ένωση». Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ερμηνεύεται και η προσφυγή της Ελλάδας στον ΟΗΕ τον Δεκέμβριο του 1958, που έκανε λόγο για «ανεξαρτησία» της Κύπρου και όχι αυτοδιάθεση, όπως έπραξε τέσσερεις μήνες πριν.

Η συμφωνία της Ζυρίχης

Τον ίδιο μήνα, 18 Δεκεμβρίου 1958, στη σύνοδο του ΝΑΤΟ που έγινε στο Παρίσι, Ελλάδα, Βρετανία και Τουρκία συζήτησαν, εν τη απουσία της Κύπρου, τις πρόνοιες μιας συμφωνίας στο Κυπριακό, με την τελική συμφωνία Ελλάδας-Τουρκίας να υπογράφεται στη Ζυρίχη από τους Πρωθυπουργούς της Ελλάδας και Τουρκίας, Καραμανλή και Μεντερές, στις 11 Φεβρουαρίου 1959. «Η στιγμή είναι πράγματι ιστορική. Μετά μακρούς αιώνας, ο πληθυσμός της Κύπρου αποκτά το δικαίωμα όπως αποφασίζει να ρυθμίζει τας τύχας του.

Εντός ολίγων ημερών, ο Αρχιεπίσκοπος και Εθνάρχης υμών Μακάριος θα ευρίσκεται μεταξύ σας, κομίζων αυτοπροσώπως το μήνυμα της ελευθερίας», ήταν η πρώτη αντίδραση του Έλληνα Πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος, μεταξύ άλλων, πρόσθεσε: «Η Ελληνική Κυβέρνησις απέθεσε σήμερον την υπογραφή της εις ειδικάς συμφωνίας, διά των οποίων κατέστη και αυτή εγγυήτρια της ανεξαρτησία σας, της ακεραιότητάς σας και των συνταγματικών σας ελευθεριών.

Επί των μέγιστων αυτών αγαθών, η Ελλάδα επαγρυπνή». Από την πλευρά του ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ είπε: «Ευρισκόμεθα εγγύς μια συμφωνίας. Θα είναι καλή συμφωνία από της κυπριακής απόψεως και διά την ελληνοτουρκικήν φιλίαν. Αυτοί είναι οι νικηταί», προσθέτοντας: «Πράγματι θα είναι μια καλή συμφωνία διά την αγγλοελληνοτουρκικήν φιλίαν».

Το δράμα στο Lancaster

Ακολούθησε η μετάβαση του Μακαρίου στο Lancaster House του Λονδίνου, στις 16 Φεβρουαρίου 1959, όπου παρόντες ήταν οι Πρωθυπουργοί Βρετανίας (Μακμίλαν), Ελλάδας (Καραμανλής), Τουρκίας (Μεντερές), καθώς και αντιπροσωπίες των δύο κοινοτήτων του νησιού, με επικεφαλής τον Τ/κ Φαζίλ Κουτσιούκ. Η απροθυμία του Μακαρίου να διαπραγματευτεί τα συμφωνηθέντα, είχε ως αποτέλεσμα τον εκνευρισμό τόσο της Ελλάδας όσο και της Τουρκίας και της Αγγλίας και, ως εκ τούτου, να δοθεί προς την ε/κ πλευρά τελεσίγραφο 12 ωρών για αποδοχή ή απόρριψή τους.

Χαρακτηριστικό ήταν το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Ελευθερία», η οποία στις 19 Φεβρουαρίου 1959, έγραφε στον κύριο τίτλο: «Υπό πυρά εντατικού πολέμου νεύρων και συνωμοσίας εναντίον του, ο Μακάριος δεινώς πιεζόμενος αντέστη και χθες», ενώ σε άλλο τίτλο αναφερόταν: «Ο Αβέρωφ τον χαρακτήρισε ως “νεκροθάπτην” της Κύπρου και της Ελλάδος». Εκ μέρους της ε/κ αποστολής, αντίθετοι στις συμφωνίες ήταν μόνον ο Τάσσος Παπαδόπουλος, πέντε αντιπρόσωποι του ΑΚΕΛ και ο Βάσος Λυσσαρίδης, ενώ όλοι οι υπόλοιποί 27, συμπεριλαμβανομένου του Γλαύκου Κληρίδη, τάχθηκαν υπέρ.

Η επιστολή Τάσσου προς Γρίβα

Χαρακτηριστική ήταν η επιστολή του Τάσσου Παπαδόπουλου προς τον Γρίβα Διγενή της 26ης Φεβρουαρίου 1959, στην οποία του αναφέρει πως οι εκπρόσωποι της Ελληνικής Πρεσβείας, στην προσπάθειά τους να πείσουν τον Κληρίδη να ταχθεί υπέρ του σχεδίου, του δήλωσαν ότι τον θεωρούν δυναμικό ηγέτη και «μακάρι και η Ελλάς να διέθετε τοιούτους άνδρας». «Ταύτα μου απεκάλυψε με αυταρέσκεια ο ίδιος ο Γλαύκος Κληρίδης και τον ύβρισα», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Ο Τάσσος αναφέρεται, μάλιστα, και στη συνάντηση που είχε η ε/κ αντιπροσωπία με τον Αβέρωφ (εν τη απουσία Μακαρίου), κατά την οποία ο τελευταίος απείλησε ότι, σε περίπτωση απόρριψης του σχεδίου, δεν πρέπει να περιμένουν υποστήριξη στον αγώνα τους από την Ελλάδα. Τελικά ο Μακάριος υποχώρησε και έκανε αποδεκτές τις συμφωνίες, δίνοντας τη συγκατάθεσή του. Την 1η Μαρτίου του 1959 ο Μακάριος επέστρεψε στην Κύπρο, όπου στη παλλαϊκή υποδοχή που του επιφυλάχθηκε παρουσίασε τις συμφωνίες ως «θρίαμβο» του αγώνα.

Το μάθημα της Ιστορίας

Τα σαθρά όμως θεμέλια, πάνω στα οποία βασίστηκε το οικοδόμημα του νέου κράτους, απέδειξαν, τρία μόλις χρόνια αργότερα, τον θνησιγενή χαρακτήρα του νέου Συντάγματος. Οι Τούρκοι συνέχισαν πριν και μετά το 1960 να φέρνουν στο νησί μυστικά παράνομο οπλισμό, προετοιμαζόμενοι για την επόμενη μέρα. Οι διακοινοτικές ταραχές του 1963 οδήγησαν στην κατάρρευση ουσιαστικά του κράτους, έτσι η αντιστροφή μέτρηση για την τουρκική εισβολή του 1974 είχε ήδη αρχίσει. Αυτό ως μάθημα Ιστορίας για το σήμερα προς τον «πάντα ευκολόπιστο και πάντα προδομένο», κατά τον Σολωμό, λαό μας.

Δημοσιεύτηκε  Σημερινή (1/10/17)