Η εκ των έσω άλωση των εθνών-κρατών

aeroports

Η επέκταση και εξάπλωση της ισλαμικής τρομοκρατίας στην Ευρώπη τροφοδοτήθηκε και ενισχύθηκε από την πολιτικο-οικονομική αστάθεια που είχε δημιουργηθεί σε ένα μεγάλο τμήμα της Μέσης Ανατολής. Ωστόσο, η διείσδυσή της μέσα στα σπλάχνα της Ευρώπης δεν θα γινόταν ποτέ κατορθωτή αν προηγουμένως δεν είχε επέλθει μια σταδιακή αποδόμηση του δυτικού έθνους-κράτους και της ίδιας της εθνικής ταυτότητας εκ των έσω. Με άλλα λόγια, τα εθνικά αντανακλαστικά προς αναχαίτιση του ισλαμικού κινδύνου ήταν αισθητά μειωμένα έως ανύπαρκτα, αφού η κερκόπορτα στην Ευρώπη είχε ήδη ανοίξει.

Η βεστφαλική διεθνής τάξη

Η ίδρυση της σημερινής διεθνούς τάξης καθορίστηκε από την Ειρήνη της Βεστφαλίας το 1648, η οποία υπήρξε η ληξιαρχική πράξη του Τριακονταετούς Πολέμου στην Ευρώπη. Το μοντέλο της Βεστφαλίας δημιούργησε ένα κοινό έδαφος συνεργασίας μεταξύ των εθνών-κρατών στην Ευρώπη και, στη συνέχεια, επιχείρησε να ενσωματώσει και άλλες περιοχές, συμπεριλαμβανομένου του μουσουλμανικού κόσμου.

Παρά την επιρροή της αποικιοκρατίας και την εμφάνιση διεθνών οργανισμών, όπως τα Ηνωμένα Έθνη, την Ευρωπαϊκή Ένωση, τον ΟΑΣΕ κ.λπ., το σύστημα της Βεστφαλίας εξακολούθησε να παραμένει ισχυρό και συνέχισε να ορίζει τη διεθνή τάξη, χωρίς, ωστόσο, να καταστεί δυνατή η εξάλειψη των διακρατικών πολέμων. Παρ’ όλα αυτά, η σημερινή άνοδος των ένοπλων τζιχαντιστών, όπως οι Ταλιμπάν, η Αλ Κάιντα και οι μαχητές του Ντάες, θέτουν πλέον υπό αμφισβήτηση την επιβίωση του ίδιου του μοντέλου της Βεστφαλίας, με πρώτα θύματα τη Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν.

Η υποτίμηση της απειλής

Πάνω από τρεις δεκαετίες, αλλά ειδικότερα τα τελευταία χρόνια, τα κράτη κυρίως της Δύσης υποφέρουν από τη δράση της ισλαμικής τρομοκρατίας, αφού προηγουμένως υποτίμησαν (και υποτιμούν) το μέγεθος της απειλής και τις επιπτώσεις της στον διεθνή κατακερματισμό. Πόσοι, άραγε, δεν εξακολουθούν να πιστεύουν ότι το χτύπημα στους δίδυμους πύργους στη Νέα Υόρκη το 2011 ήταν προϊόν συνωμοσίας;

Μέχρι σήμερα, οι διάφορες ισλαμικές ομάδες όπως οι Ταλιμπάν, δρούσαν εντός του μοντέλου της βεστφαλικής τάξης, κάτι που ωστόσο απορρίπτεται πλέον από το Ντάες. Παρομοίως και η Αλ Κάιντα παραδοσιακά απέρριπτε την έννοια της τάξης που υπερασπίζεται το εθνικό κράτος. Από την πλευρά τους οι Ταλιμπάν εμπνεύστηκαν ιδεολογικά από την Αλ Κάιντα, ωστόσο η διαφορά προσέγγισης δεν πρέπει να επισκιάζει τις ιδεολογικές και πολιτικές τους ομοιότητες. Για τα διάφορα τζιχαντιστικά κινήματα, το μοντέλο της Βεστφαλίας είναι το προϊόν της δυτικής νεωτερικότητας, που γίνεται αντιληπτό ως jahiliyya (άγνοια της θείας καθοδήγησης) και, ως εκ τούτου, πρέπει να καταστραφεί.

Οι νέοι «ζηλωτές»

Όπως υποστηρίζει ο διεθνολόγος Μάικλ Γουάλζερ, τα τζιχαντιστικά κινήματα είναι «ζηλωτές» που αγωνίζονται εναντίον των σύγχρονων αξιών, όπως είναι η ατομική ελευθερία, η δημοκρατία, η ισότητα των φύλων και ο θρησκευτικός πλουραλισμός. Στην πραγματικότητα, όπως αναφέρει, αυτοί οι «ζηλωτές» όχι μόνο αντιτίθενται σε αυτές τις αξίες, αλλά και προσπαθούν ν’ αλλάξουν την εθνοκρατικοκεντρική διεθνή τάξη.

Μαρξιστική Αριστερά & Νεοφιλελεύθερη Δεξιά

Ισοβαρείς ευθύνες για τη σταδιακή αποδόμηση του δυτικού έθνους-κράτους και την υποτίμηση της ισχύος της ισλαμικής ταυτότητας και δράσης, επωμίζεται τόσο η μαρξιστική Αριστερά, όσο και η δεξιά νεοφιλελεύθερη σχολής σκέψης. Ουσιαστικά η Δύση πληρώνει με αίμα αθώων πολιτών τα αποτελέσματα της ασύδοτης μεταναστευτικής πολιτικής ανοιχτών συνόρων και της αυταπάτης περί εύρυθμης λειτουργίας μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας, που αγνοεί τις παραδόσεις και το θρησκευτικό συναίσθημα των ευρωπαϊκών λαών.

Αμφότερες οι σχολές σκέψης παραγνωρίζουν το γεγονός ότι το Ισλάμ δεν αποτελεί απλώς μια θρησκεία αλλά και σύστημα, που ρυθμίζει και καθορίζει ολικά τον τρόπο ζωής των μουσουλμάνων. Αντίθετα προς τα όσα πιστεύει η μεταμοντέρνα σχολή σκέψης, για το Ισλάμ η θρησκεία υπερισχύει της έννοιας του έθνους. Η τάση αυτή εκφράζεται κυρίως από τον φονταμενταλιστικό κλάδο του σουνιτικού Ισλάμ, που είναι οι ουαχαμπίτες.

Οι επιπτώσεις της «πολιτικής ορθότητας»

Τις τελευταίες δεκαετίες στη Δύση, δήλωσε στη «Σημερινή» της Κυριακής ο Λάμπρος Καούλλας, που διδάσκει Εγκληματολογία στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου και στο UCLan, η λεγόμενη «πολιτική ορθότητα» έχει περίπου θεσμοθετηθεί.

«Το πρόβλημα είναι πως το περιεχόμενο αυτής της “ορθότητας” δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι, ουδέτερο. Εξάλλου, είναι το αποτέλεσμα της δράσης μιας συνομοταξίας κινημάτων του λεγόμενου “πολιτικού μαρξισμού”, της αντισοβιετικής αριστεράς, των ευρωκομμουνιστών, διαφόρων κοινωνικών φιλελευθεριστών, νιχιλιστών μεταμοντερνιστών και πολλών άλλων. Έχει γίνει πλέον “κοινώς” αποδεκτό πώς “ό,τι δηλώσεις είσαι” και έτσι έχουν αρθεί, εντός των δυτικών εθνών-κρατών, τα πολιτικά όρια στο ζήτημα του ταυτοτικού προσδιορισμού και όλα αυτά πολλές φορές επικαλυμμένα (και συνεπώς ηθικά “δικαιολογημένα”) με μια νεοεποχίτικη ψευδοπνευματικότητα που φλερτάρει με την άβυσσο», είπε, προσθέτοντας:

«Αυτά γίνονται διότι το έθνος παρουσιάζεται ως μια “φαντασιακή κοινότητα” που “δομείται” σε συνθήκες καπιταλισμού, και συνεπώς δύναται να “αποδομηθεί”. Άλλα, όπως είπαμε, η “ορθότητα” αυτή δεν είναι πολιτικά ουδέτερη, αφού έχει αναγάγει την “πατριαρχία” και τον Χριστιανισμό των γηγενών Ευρωπαίων ως την απόλυτη πηγή κάθε κοινωνικού κακού, προσδιορίζοντας με αυτόν τον τρόπο τον κυριότερο εχθρό της».

Σύμφωνα με τον ίδιο, αναπόδραστα, σε ένα τέτοιο πλαίσιο, υπάρχει εξαιρετική ανοχή σε άλλες ταυτότητες και τρόπους ζωής, οι οποίες παρουσιάζονται ως θύματα του «κυριότερου εχθρού», είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει ιστορικό υπόβαθρο γι’ αυτό.

«Δεν είναι τυχαίο πως μετά από κάθε τρομοκρατικό κτύπημα στην Δύση, γίνονται αμέσως εκκλήσεις από αυτούς τους πολιτικούς κύκλους για “καταπολέμηση της ισλαμοφοβίας”, ενώ το έργο των οργάνων της τάξης και της ασφάλειας παρουσιάζεται προπαγανδιστικά ως εσκεμμένη ρατσιστική καταστολή. Θα έπρεπε, συνεπώς, να προκαλεί εντύπωση, πως σε εγχειρίδια της ISIS που βρέθηκαν στη Συρία, καλούνται οι μαχητές να μεταμφιεστούν ως πρόσφυγες και να συνεργαστούν με ευρωπαϊκές αριστερές οργανώσεις; Επιπλέον, με το να δικαιολογούνται συνεχώς οι πιο ακραίες εκφράσεις του Ισλάμ ως προϊόν “αντίδρασης” στην “καταστολή”, οι πιο μετριοπαθείς μουσουλμανικές φωνές, αυτών που πραγματικά θέλουν ενσωμάτωση και αφομοίωση, είτε αγνοούνται είτε καταπνίγονται είτε αφήνονται στο να διωκτούν εσωτερικά», είπε.

«Τα αποτελέσματα αυτής της ανοχής σε πρακτικό επίπεδο είναι ορατά. Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα: Ο επικεφαλής της βρετανικής MI5 δήλωσε πρόσφατα ότι η απειλή της ισλαμικής τρομοκρατίας στη Βρετανία “είναι πολυεπίπεδη” και “εξελίσσεται ραγδαία”, φτάνοντας σε πρωτοφανή επίπεδα. Στη Γερμανία η Υπηρεσία Στρατιωτικής Αντικατασκοπίας (MAD), διερευνά τη διείσδυση ισλαμιστών ακόμη και στις τάξεις του γερμανικού στρατού», ανέφερε περαιτέρω. «Κι όλες αυτές οι εξελίξεις, σε μία περίοδο που οι πολιτικές ηγεσίες της Ευρώπης διαμηνύουν ότι το πολυπολιτισμικό μοντέλο πάει καλά», επεσήμανε καταληκτικά ο κ. Καούλλας.

Η πηγή του προβλήματος

Εν κατακλείδι, μια ειλικρινής αξιολόγηση του Ισλάμ παρεμποδίζεται από τον φόβο να χαρακτηριστεί κάποιος ισλαμοφοβικός, ρατσιστής, νεο-ναζί και ξενοφοβικός. Έτσι η κριτική κατά του ισλαμισμού είναι συνήθως στις μέρες μας περιορισμένη, ειδικά από την μαρξιστική αριστερά, ενώ την ίδια ώρα, η «ισλαμοφοβία» αυξάνεται και όχι μόνο από την εθνικιστική δεξιά. Την απάντηση σε αυτό το φαινόμενο δίνει το «Islamophobia Studies Journal», ένα διετές περιοδικό που χρηματοδοτείται από το Berkeley’s Center Race and Gender, το οποίο προσδιορίζει την πηγή του προβλήματος ως εξής:

«Για μερικούς, τα αυξανόμενα αντι-μουσουλμανικά συναισθήματα εξηγούνται αμέσως ως ένα “φυσικό” αποτέλεσμα των πολλών βίαιων γεγονότων στον μουσουλμανικό κόσμο και της “τρομοκρατίας” γενικά. Ωστόσο, υποστηρίζουμε ότι τα αυξανόμενα αρνητικά συναισθήματα μπορεί να έχουν να κάνουν με την ύπαρξη μιας καλά οργανωμένης και καλά χρηματοδοτούμενης ισλαμοφοβικής βιομηχανίας που κατάφερε να εισβάλει και να συλλάβει την κοινωνία των πολιτών και τις δημόσιες συζητήσεις χωρίς σοβαρή αμφισβήτηση. Μέχρι στιγμής, οι αντιρατσιστικές και προοδευτικές φωνές δεν ήταν αποτελεσματικές για την αμφισβήτηση αυτής της βιομηχανίας, ούτε ήταν σε θέση να παράσχουν τους πόρους που απαιτούνται για την ενίσχυση των περιφερειακών και εθνικών απαντήσεων».

Δημοσιεύτηκε  Σημερινή (22/10/17)