Κυπριακό και σύγκρουση Ισραήλ-Παλαιστινίων

Τα αιματηρά επεισόδια στα σύνορα Ισραήλ-Γάζας αυτήν την εβδομάδα συγκλόνισαν τη διεθνή κοινότητα και, αναπόφευκτα, την Κύπρο. Το Παλαιστινιακό μαζί με το Κυπριακό, το ζήτημα του Ναγκόρνο Καραμπάχ, μαζί με αυτό του Κοσόβου και της Σερβίας, αποτελούν μερικά από τα πιο δυσεπίλυτα γνωστά προβλήματα σε διεθνές επίπεδο. Αν και η φύση των διενέξεων αυτών διαφέρει σε πολλά επίπεδα, εντούτοις η σύγκρισή τους μπορεί να επιφέρει πολλά χρήσιμα συμπεράσματα.

Η σύγκριση της διένεξης Ισραήλ-Παλαιστινίων με το Κυπριακό και οι ομοιότητες, αλλά και διαφορές που έχουν, υπήρξε το αντικείμενο μελέτης μιας έρευνας που δημοσιεύτηκε τον περασμένο Μάρτιο, από το ισραηλινό ινστιτούτο ερευνών Mitvim. Η ερευνήτρια Δρ Dahlia Scheindlin, αν και δεν παραγνωρίζει τη σημασία των διεθνών δρώντων στην επίλυση των δύο διενέξεων, εντούτοις επικεντρώνεται κυρίως στον ρόλο της κοινωνίας των πολιτών, του κοινού, της πολιτικής ηγεσίας και των συνεχιζόμενων διαπραγματευτικών διαδικασιών. Αναγνωρίζει, επίσης, πως τα δυνητικά οφέλη και τα θετικά κίνητρα για την ειρήνη, όπως το οικονομικό όφελος, δεν είναι πάντοτε επαρκή για να ωθήσουν τα μέρη να συμφιλιωθούν. Στο τέλος της συγκριτικής μελέτης παραθέτει κάποια συμπεράσματα (lessons learned).

Ο ρόλος των επαναπροσεγγιστών

Αρχικά, σημειώνεται ότι οι ειρηνευτικές ομάδες και παράγοντες επαναπροσέγγισης σε Κύπρο και Ισραήλ/Παλαιστίνη έχουν κατηγορηθεί για αποπροσανατολισμό ή προδοσία από τους ανθρώπους τους και για συνεργασία με ξένους. «Το 2004, η κοινωνία των πολιτών των Τ/κ έσπευσε να λάβει υποστήριξη από μεγάλη μερίδα μέσα στην κοινότητά της στο Σχέδιο Ανάν. Ορισμένοι (Τ/κ) αντιλαμβάνονται την κοινωνία των πολιτών των Ε/κ ως λιγότερο υποστηρικτική και επισημαίνουν άλλες κοινωνικές οργανώσεις, όπως οι αθλητικές και οι θρησκευτικές κοινότητες στον νότο, που ενθαρρύνουν μια εθνικιστή ατζέντα.

Αυτό με τη σειρά του θεωρείται αποθαρρυντικό για την πλευρά των Τ/κ. Ομοίως, οι Ισραηλινοί συχνά διαμαρτύρονται ότι η παλαιστινιακή κοινωνία των πολιτών ανησυχεί περισσότερο για την κριτική στο Ισραήλ, παρά για την προώθηση της ειρήνης, ενώ υποβαθμίζουν τους δικούς τους απορριπτικούς, όπως εθνικιστικές, αθλητικές λέσχες ή θρησκευτικές προσωπικότητες.

Έτσι και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει μια αντίληψη (και κατηγορία) ότι η μία πλευρά δείχνει περισσότερη λαϊκή υποστήριξη για ειρήνη από την άλλη, ενώ άλλα κοινωνικά ιδρύματα μπορούν να λειτουργήσουν αναχαιτιστικά. Η διασυνοριακή συνεργασία (Ισραηλινών και Παλαιστίνιων ή Ε/κ με Τ/κ) μπορεί συχνά να οδηγήσει σε κατηγορίες για προδοσία και να αμφισβητηθεί η νομιμότητα των επαναπροσεγγιστικών-ειρηνευτικών ομάδων μέσα στις δικές τους κοινότητες».

Ηγέτες και πολιτική βούληση

Σε αυτήν την ενότητα εκφράζεται η εκτίμηση πως το όραμα και η πολιτική βούληση αποτελούν σημαντικούς παράγοντες και, ενδεχομένως, τους πιο αποφασιστικούς, για διπλωματική πρόοδο, ενώ, αντίθετα, οι απρόθυμοι ηγέτες είναι μια σίγουρη οδός προς την αποτυχία. Ως παράδειγμα φέρνουν τον Ισραηλινό Menachem Begin με τον Αιγύπτιο Anwar Sadat, τον Yassir Arafat με τον Yitzhak Rabin, που κατέληξαν στις συμφωνίες του Όσλο, και τον Αναστασιάδη με τον Ακιντζί.

«Ως ηγέτες, μπόρεσαν να αναβιώσουν γρήγορα τις προσπάθειες επίλυσης το 2015, ωστόσο η καλή θέληση δεν ήταν επαρκής για να αντέξουν οι διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν τον Μάιο.

Το 2016, οι κοινοβουλευτικές εκλογές των Ε/κ αποδυνάμωσαν το κόμμα του Αναστασιάδη. Η απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία τον Ιούλιο του 2016 αποσταθεροποίησε και δημιούργησε αβεβαιότητα για τον ρόλο της Τουρκίας, που πιθανώς συνέβαλε στην επιβράδυνση της διαδικασίας επίλυσης του Κυπριακού, καθώς και το τουρκικό δημοψήφισμα τον Απρίλιο του 2017. Οι προεδρικές εκλογές των Ε/κ το 2018 μπορούν, επίσης, να θεωρηθούν ως εμπόδιο στην επιθυμία Αναστασιάδη να αναλάβει σημαντικά πολιτικά ρίσκα. Είναι δύσκολο να αποδοθεί η ευθύνη για την τελική αποτυχία των διαπραγματεύσεων σε οποιοδήποτε από αυτά, αλλά σίγουρα επιβαρύνουν και περιορίζουν τη διαδικασία».

Η πολιτική βούληση, καταλήγει, είναι ένας πόρος που πρέπει να κεφαλαιοποιηθεί προτού τα γεγονότα υπερβούν τις προθέσεις, όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά.

Οικονομικά κίνητρα

Στην επόμενη ενότητα, η μελέτη επισημαίνει το πώς η επίλυση πιστεύεται ότι θα είναι οικονομικά επωφελής. «Τα οικονομικά οφέλη για να ζουν σ’ ένα ειρηνικό, σταθερό πολιτικό περιβάλλον, θα πρέπει να αποτελέσουν κίνητρο για τις κοινωνίες να τερματίσουν τις μακροχρόνιες συγκρούσεις. Στην Κύπρο, το οικονομικό δυστύχημα του 2013 μπορεί να είχε εγείρει την ανάγκη για ένα “μέρισμα ειρήνης”, για παράδειγμα, ανοίγοντας τις τουρκικές αγορές για την Κυπριακή Δημοκρατία.

Οι Τ/κ έχουν ακόμη μεγαλύτερο κίνητρο για τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασής τους, καθώς υπόκεινται σε οικονομικές κυρώσεις από μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητας πλην της Τουρκίας. Η ειρήνη με την επανένωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, μέλους της Ε.Ε., θα έκανε τις αγορές της Ε.Ε. προσιτές, αυξάνοντας την ανεξαρτησία τους από την Τουρκία».

Ακολούθως σημειώνεται πως η εκμετάλλευση του φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο «θα είχε σημαντική οικονομική δυναμική και μια συμφωνία στην Κύπρο με την ευλογία της Τουρκίας θα διευκόλυνε την εκμετάλλευση αυτών των πόρων προς όφελος όλων των πλευρών».

Ωστόσο, αναγνωρίζεται πως, στην Κύπρο, τα πιθανά οφέλη φαίνεται να έχουν παράσχει μόνον ένα περιορισμένο κίνητρο. «Κάποιοι πιστεύουν ότι οι Ε/κ θα επωμιστούν μεγαλύτερο κόστος, ενώ η τ/κ πλευρά θα κερδίσει περισσότερο, αφού θα ξεκινήσει από ασθενέστερη οικονομική θέση».

Ομοίως, στην περίπτωση Ισραήλ-Παλαιστίνης, δεν υπήρξαν ικανοποιητικές εγγυήσεις για οικονομικά οφέλη από τους Ισραηλινούς, οι οποίοι έχουν πρόσβαση στις παγκόσμιες αγορές και αγνοούν τακτικά το κόστος της κατοχής.

Κίνητρα-αντικίνητρα

Στην ενότητα αυτή τονίζεται πως οι πιθανότητες επιτυχίας ή αποτυχίας των διαπραγματεύσεων είναι ανοικτές, προκειμένου να αποφασιστεί, αν θα συνεχιστούν. «Για να καθοριστούν αυτές οι πιθανότητες, οι διαπραγματευτές πρέπει να αξιολογήσουν ποια κίνητρα ή αντικίνητρα υπάρχουν για να επιτύχει η διαδικασία». Η έρευνα αναφέρει πως το 2004 η Κυπριακή Δημοκρατία γνώριζε ότι η επιθυμητή ένταξη στην Ε.Ε. ήταν ήδη εξασφαλισμένη με ή χωρίς επανένωση.

Έτσι, η απόρριψη της συμφωνίας δεν είχε σημαντικές συνέπειες για την ε/κ πλευρά, η οποία αισθάνθηκε ελεύθερη να υιοθετήσει μια «μαξιμαλιστική», όπως τη χαρακτηρίζει, προσέγγιση, επιδιώκοντας μια «καλύτερη συμφωνία». Ομοίως, το Ισραήλ, επί του παρόντος, δεν έχει πολλά σημαντικά θετικά κίνητρα για την πραγματοποίηση παραχωρήσεων. Οι Παλαιστίνιοι, ωστόσο, όπως και οι Τ/κ, είχαν περισσότερα κίνητρα για συμβιβασμό, αλλά ήταν κι αυτοί, από την πλευρά τους, απορριπτικοί κατά καιρούς.

«Εάν δεν υπάρξουν διαθέσιμα ή επαρκή θετικά κίνητρα για την ειρήνη, θα μπορούσε το κόστος της μη αναγνώρισης να είναι ισχυρότερο -όπως πολιτικό ή οικονομικό κόστος- και να ωθήσει τις πλευρές προς τις αναγκαίες παραχωρήσεις».

Μετατόπιση βάσης λύσης

Η αποτυχία της πιο πρόσφατης διαδικασίας επίλυσης στην Κύπρο θα μπορούσε, τελικά, να σημαίνει το τέλος ενός ομόσπονδου κράτους και μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για μια εξελισσόμενη κατάσταση δύο κρατών, αναφέρει ανάλυση επικαλούμενη απόψεις των Herbert Faustmann και Ker Lidsay. «Το φάντασμα της οριστικής προσάρτησης του βορρά από την Τουρκία είναι το χειρότερο σενάριο για την Κυπριακή Δημοκρατία και ένα ανεπιθύμητο σενάριο για τους Τ/κ». Ομοίως, «στο Ισραήλ και στην Παλαιστίνη η δεκαετία που απέτυχε στις διαπραγματεύσεις, με βάση το παράδειγμα των δύο κρατών, μπορεί να επιτρέψει τέτοιες εκτεταμένες αλλαγές, με το αιτιολογικό ότι οι παραδοσιακές δύο πολιτείες μπορεί να μην είναι εφικτές».

Η ανάλυση τονίζει πως η εμπειρία του δημοψηφίσματος του 2004 στην Κύπρο είναι σημαντική στο Ισραήλ και πρέπει να αντληθούν διδάγματα, αφού και η ισχύουσα νομοθεσία απαιτεί ψηφοφορία στο Ισραήλ σε περίπτωση εκχώρησης κυρίαρχου εδάφους. «Πρώτον, το κοινό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υποστηρίζει μια συμφωνία που βασίζεται στην αφηρημένη αντίληψη της ειρήνης. Χρειάζονται επιχειρήματα για να γίνουν ψήφος που πρέπει να κερδηθεί. Ένα δεύτερο μάθημα -αυτήν τη φορά από την εμπειρία Ισραήλ-Παλαιστίνης-, είναι ότι, ακόμη και χωρίς δημοψήφισμα, η αντίληψη της δημόσιας αντιπολίτευσης μπορεί να περιορίσει τους ηγέτες».

Οι προκλήσεις του status quo

Τέλος, κατά τη διάρκεια δεκαετιών φαινομενικής πολιτικής στασιμότητας, η πολιτική θέση των Ε/κ έχει ουσιαστικά διαβρωθεί με την πάροδο του χρόνου. Αν και ως αναγνωρισμένο κράτος φαίνεται να είναι το ισχυρότερο μέρος, με διεθνή αναγνώριση, κάθε μεταγενέστερη διαπραγμάτευση στην Κύπρο συνεπάγεται μεγαλύτερο συμβιβασμό στη δομή της διακυβέρνησης. Από την άλλην, η ΤΔΒΚ, όπως χαρακτηρίζει το ψευδοκράτος, παγιώνεται με την πάροδο του χρόνου, μαζί με τον de facto διαχωρισμό. Οι Τούρκοι μετανάστες (ή οι έποικοι) έχουν αλλάξει τη δημογραφική, πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα στον βορρά. Η παρουσία και η επιρροή της Τουρκίας στην κοινωνία, την πολιτική και την οικονομία έχουν αυξηθεί -ειδικά τα τελευταία χρόνια-, και γίνεται ακριβώς αυτό που φοβάται η ε/κ πλευρά.

Ωστόσο, συνεχίζει, σε γεωπολιτικό επίπεδο, η Τουρκία είναι ένας ολοένα και πιο σημαντικός σύμμαχος της Δύσης και, δεδομένου του σημερινού χάους στη Μέση Ανατολή, οι δυτικές δυνάμεις έχουν ελάχιστη δύναμη για να πείσουν την Τουρκία να μετριάσει τη στάση της στην Κύπρο. Και η Τουρκία ήταν, πιθανώς, εν μέρει υπεύθυνη για την επιμονή των Τ/κ στη μη απόσυρση τουρκικών στρατευμάτων από το νησί έπειτα από μια συμφωνία – μία από τις πτυχές που κατέστρεψαν τις τελικές διαπραγματεύσεις το 2017.

Αποδεικνύεται ότι το «status quo» στην Κύπρο αλλάζει και με διάφορους τρόπους εργάζεται ενάντια στην πλευρά που φαίνεται να ήταν η ισχυρότερη (Κυπριακή Δημοκρατία). Η σημερινή ισραηλινή Κυβέρνηση έχει πραγματοποιήσει εκ των πραγμάτων διαχείριση των συγκρούσεων και όχι επίλυση, και η Κύπρος αναφέρεται μερικές φορές ως θετικό μοντέλο. Ωστόσο, το «status quo» στο Ισραήλ-Παλαιστίνη είναι πολύ πιο έντονο από την Κύπρο. Αλλά, όπως και η Κύπρος, το Ισραήλ αντιμετωπίζει επίσης δημογραφικές μεταβολές του πληθυσμού που ζουν μεταξύ του ποταμού Ιορδάνη και της Μεσογείου, με τους τρόπους που οι περισσότεροι Ισραηλινοί πιστεύουν ότι είναι δυσμενείς.

Δημοσιεύτηκε στην «Σημερινή» (20/05/2018)