Το παρελθόν και το μέλλον του Ελληνισμού

22314307

Εν αρχή ην το ύδωρ, είπαν κάποτε ο φυσικός Θαλής και ο θεογονιστής Φερεκύδης. Έτσι προσπάθησαν οι μακρινοί μας πρόγονοι να ερμηνεύσουν, ο καθένας με τον τρόπο του[1], την αρχέγονη μήτρα της ζωής. Η βαθύκολπος μυθολογική αδελφή της Γης και τ’ Ουρανού υπήρξε το λίκνο του πνεύματος, ο μεγαλύτερος παιδαγωγός αλλά και ο  ευφορότερος αγρός των Ελλήνων. Από  την Βίβλο του Ελληνισμού, την Ομηρική Οδύσσεια, μέχρι την βυζαντινή αλλά και την νεότερη ιστορία, η θάλασσα παραμένει  ένα από τα κυρίαρχα στοιχεία της ελληνικής παράδοσης. Δεν είναι  τυχαίο ότι από αρχαιοτάτων χρόνων οι  Αιγύπτιοι  μας αποκαλούσαν λαό της θάλασσας, όπως δεν είναι  τυχαίο επίσης το γεγονός ότι οι πρώτοι πολιτισμοί  που εμφανίστηκαν στον ελληνικό χώρο ήταν  ο  Κυκλαδικός (3η χιλιετία π.Χ.)  και  ο Μινωικός (17ο -15ο αι. π.Χ.). Στα δεδομένα αυτά βρίσκει εξήγηση ο χαρακτηρισμός θαλασσογέννητος που κέρδισε ο Ελληνικός Πολιτισμός.

Ακρογωνιαίος λίθος πάνω στον οποίο βασίστηκε η πολιτισμική ανάπτυξη και ευημερία στην αρχαιότητα, ήταν η άνθηση του εμπορίου και της ναυτιλίας σε συνδυασμό με την διατήρηση  της ασφάλειας που εγγυόταν η  ποιοτική ναυτική ισχύς. Όχι κατ’ ανάγκη η αριθμητική υπεροχή των ναυτικών δυνάμεων, αλλά η  στρατηγική αξιοποίησή τους. Μια στρατιωτική ιδιοφυία όπως ο Θεμιστοκλής, με την αντίσταση κατά των Περσών στο Αρτεμίσιο και την νικηφόρα ναυμαχία της  Σαλαμίνας (480 π.Χ.), άφησε ιερή παρακαταθήκη στρατηγικής σκέψης για όλες τις επόμενες γενιές ναυτικών.

Στην εποχή που ακολούθησε, τα Μηδικά,  η Αθηναϊκή ηγεμονία επιτεύχθηκε αρχικά χάρη στη ναυτική της υπεροχή  έναντι της χερσαίας Σπάρτης. Το συγκριτικό πλεονέκτημα που πρόσφερε ο θαλάσσιος χώρος του Ιωνίου με επίκεντρο το νησί Δήλος, επέτρεψε στον Περικλή να πλουτίσει από το εμπόριο και εκμεταλλευόμενος τους συμμάχους να δημιούργησει το «Μέγα το της θαλάσσης κράτος», με επιστέγασμα τα αθάνατα έργα της Ακρόπολης.

Ακόμη και η Κύπρος υπήρξε στην αρχαιότητα θαλασσοκράτειρα, σύμφωνα με τον Ευσέβιο.  Στους αλεξανδρινούς χρόνους, αν και αρχικά  στο πλευρό των Περσών με συνεισφορά 150 πλοίων, η Κύπρος ανέδειξε εξέχουσες ναυτικές προσωπικότητες, με  βασιλείς όπως ο Τιμώναξ ο Αμαθούσιος, ο Γόργος ο Σαλαμίνιος  και ο Πενθύλος της Πάφου που «κατά τα άλλα το ντύσιμό τους ήταν σαν των Ελλήνων» μας λέει  ο Ηρόδοτος στο Ζ’  των Ιστοριών του.  Την αποστασία αυτή των Ελλήνων της Κύπρου ξεπλήρωσαν  λίγα χρόνια αργότερα αξιόλογοι Κύπριοι ναυτικοί όπως ο Ανδροκλής ο Αμαθούσιος, ο τελευταίος βασιλιάς του αρχαίου Κουρίου Πασικράτης και ο Τευρκίδης Πνυταγόρας  που πολέμησαν τελικά στο πλευρό του Μακεδόνα Αλέξανδρου για την κατάληψη της Τύρου (332 π.Χ.). Την κομβική σημασία των Κυπρίων στην πολιορκία αυτή  διαπιστώνει και ο ιστορικός Hammond, o οποίος παραδέχεται πως «ήταν οι Κύπριοι και σε μικρότερο βαθμό οι υπόλοιποι Φοίνικες που έκαναν εφικτή την νίκη, όχι μόνο στην θάλασσα αλλά και στην τελική επίθεση»[2].

Αιώνες αργότερα, με την πολιτισμική τρικυμία να κοπάζει έπειτα από την πτώση της Ρώμης, η διάδοχος Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το επονομαζόμενο Βυζάντιο, υπήρξε  η μεγαλύτερη αυτοκρατορία σε βάθος χρόνου αφού άντεξε 1000 περίπου χρόνια χάρη στην θαλασσοκρατία του στόλου.  Ο κυανοχέτης Ποσειδώνας φορώντας το φωτοστέφανο του Άγιου Νικόλαου, παραμένει έκτοτε προστάτης του Πολεμικού Ναυτικού και των ναυτικών ιδέα που πηγάζει και από τον ποσειδώνιο ομηρικό ύμνο: «σωτῆρά τε νηῶν» (σωτήρας των πλοίων), [..]«πλώουσιν ἄρηγε» (βοήθα τους ταξιδευτές). Στην Βυζαντινή Οικουμένη, η θάλασσα ήταν εκείνη που ένωνε ουσιαστικά όλες τις επαρχίες και αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο της Βασιλεύουσας Κωνσταντινούπολης με αυτές. Καθιστώντας την θάλασσα σαν επίκεντρο του Βυζαντινού κράτους,  ο Μέγας Κωνσταντίνος έγινε κυρίαρχος ολόκληρης της Μεσογείου από τις Ηράκλειες Στήλες (Γιβραλτάρ) μέχρι τον Εύξεινο Πόντο. Η ναυτική πολεμική τέχνη αναβαθμίστηκε και εφοδιασμένος με το υγρό πυρ,  ο αυτοκρατορικός στόλος ήταν ικανός να αναχαιτίσει τις επιδρομές των βαρβάρων.   Όταν μετέπειτα το ναυτικό άρχισε να παραμελείται, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Αυτοκράτορα Ανδρονίκο Β’ Παλαιολόγο που καταργεί τις δαπάνες για τον στόλο, το Βυζάντιο οδηγήθηκε σταδιακά προς την  ταπείνωση η οποία μοιραία επέφερε την κατάλυση ολόκληρης  της Αυτοκρατορίας. Η πτώση άρχισε με τις επιθέσεις των πειρατών και ολοκληρώθηκε με την εισβολή των Οθωμανών.

Greek-Fire

Τέσσερεις αιώνες πέρασαν ως στην εθνεγερσία του 1821, όπου και πάλι η συμβολή  του ναυτικού στην έκβαση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα ενάντια στον οθωμανικό ζυγό, υπήρξε καταλυτική. Ναυμαχίες όπως αυτή της Αστυπαλαίας (1824) και της Άνδρου (1825)  έτρεψαν η μεν πρώτη τον πολεμικό στόλο των Αιγυπτίων σε φυγή εν μια νυχτί, ενώ η δεύτερη προκάλεσε τεράστιες  ζημιές  στους Οθωμανούς. Κορυφαία στιγμή ωστόσο υπήρξε η περίφημη Ναυμαχία του Ναυαρίνο (1827) όπου  με την συμβολή των Μεγάλων Δυνάμεων (Αγγλία,  Γαλλία, Ρωσία) ηττήθηκε ο Τουρκοαιγυπτιακός στόλος για να κερδίσει η Ελλάδα μερικώς την ελευθερία της. Θρυλικές ναυτικές μορφές όπως αυτές του Ανδρέα Μιαούλη και του Κωνσταντίνου Κανάρη κοσμούν έκτοτε το πάνθεο των ναυτικών  ηρώων του Ελληνισμού.

Σήμερα, αδιαμφισβήτητα, η γεωπολιτική και τοποστρατηγική αξία του θαλασσίου ελληνικού χώρου αναβαθμίζεται λόγω της ανακάλυψης των τεράστιων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στον υποθαλάσσιο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου.   Τα κράτη  που θα συνάψουν τις κατάλληλες συμμαχίες και θα σταθούν ικανά να ελέγξουν, να προστατεύσουν αλλά και να αξιοποιήσουν επαρκώς αυτό τον θαλάσσιο χώρο, ενδεχομένως μακροπρόθεσμα να καταστούν  ισχυρές  περιφερειακές  δυνάμεις. Το ένθερμο ενδιαφέρον  που επιδεικνύουν  οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η  Ε.Ε, το Ηνωμένο Βασίλειο,  η Κίνα αλλά και περιφερειακές δυνάμεις όπως η Τουρκία με το Ισραήλ για το φυσικό αέριο της περιοχής, συναινεί προς αυτή την κατεύθυνση και επιβεβαιώνει τον πιο πάνω ισχυρισμό. Είναι γνωστό ότι οι ενεργειακές πηγές  μαζί με το νερό αποτελούν τους σημαντικότερους φυσικούς πόρους τους οποίους ο μελλοντικός έλεγχος είναι ζωτικής σημασίας όχι απλά για την ευημερία αλλά και την επιβίωση των λαών.

Το τελευταίο διάστημα η επεκτατική πολιτική της Νεο-Οθωμανικής Τουρκίας  ξαναζωντανεύει στην  μνήμη την εισβολή της αυτοκρατορικής Περσίας στην Ευρώπη. Η συνεχής προκλητικότητα και αμφισβήτηση των ελληνικών χωρικών υδάτων αλλά και  η παραβίαση της Κυπριακής ΑΟΖ είναι κινήσεις τις οποίες ο Ελληνισμός καλείται άμεσα να αντιμετωπίσει. Σε πρώτη φάση, είναι σημαντική η εγκατάλειψη των φοβικών συνδρόμων,  η εμβάθυνση της στρατηγικής συνεργασίας με την Αίγυπτο και η οριοθέτηση-ενοποίηση του θαλασσίου χώρου Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπου  μέσω της ΑΟΖ. Το γεγονός ότι η Ελλάδα διαθέτει επιπλέον τον πρώτο εμπορικό στόλο στο κόσμο, αποτελεί από μόνο του ένα συγκριτικό πλεονέκτημα που πρέπει να τύχει εκμετάλευσης.  Μέχρι τότε, η αποτροπή  της μεταβολής της Μεσογείου σε τουρκική λίμνη  περνάει μέσα από την σταδιακή ενίσχυση  της ναυτικής μας ισχύς και την αξιοποίηση του Δικαίου της Θάλασσας.

Αν λοιπόν το παρελθόν του Ελληνισμού βρίσκεται την θάλασσα, τότε  το  κλειδί για την δημιουργία  ενός Νέου Ελληνικού Πολιτισμού στο μέλλον βρίσκεται στον ίδιο χώρο. Αυτήν,  την οποία ύμνησαν οι μεγάλοι μας ποιητές από τον Όμηρο ως τον Ελύτη και τίμησαν αγωνιστές της ελευθερίας από τον Θεμιστοκλή έως τον Κανάρη, εμείς σήμερα, ως  Αργοναύτες του Ιδεώδους της  Ελευθερίας, οφείλουμε να προστατέψουμε  με κάθε μέσο, στέλνοντας το μήνυμα πως δεν βρέθηκε ακόμη αυτός που μπορεί να νικήσει τους Έλληνες μέσα στο γήπεδο τους.

[1] Θαλής  «Ύδωρ αρχή της Φύσεως». Φερεκύδης  «Αρχή όλων ύδωρ».

[2] Hammond, N. G. L , (1989), Alexander the Great: King, Commander, and Statesman, 3rd ed. (Bristol: Bristol Press), σελ 117