Η θαμμένη Κύπρος

panagia ch

Η τύχη των αρχαίων λατρευτικών χώρων της κλασικής αρχαιότητας στην Κύπρο έπειτα από την έλευση της νέας θρησκείας, του Χριστιανισμού, αποτελούσε ανέκαθεν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ιστορικό ζήτημα. Έχει, λοιπόν, ενδιαφέρον να γίνει μια ιστορική προσέγγιση και ένα ταξίδι στον χώρο και τον χρόνο, ούτως ώστε να φέρουμε στο φως κάποιες ενδιαφέρουσες πτυχές του θέματος, που αφορούν την περίπτωση της Κύπρου.

Ακρόπολη Αμαθούντας

Είναι γνωστό ότι στο μεγαλύτερο λατρευτικό κέντρο της Λεμεσού κατά την αρχαιότητα, την αρχαία ακρόπολη της Αμαθούντας, υπήρχε ναός αφιερωμένος στον Άδωνη και την Αφροδίτη. Ανηφορίζοντας τον λόφο της πάλαι ποτέ Ιεράς Ακρόπολης, βλέπει κανείς ότι εκτός από τους κίονες στην αγορά στους πρόποδες του λόφου, δεν σώζεται τίποτα από το αρχαίο οικοδόμημα. Αυτό όμως που εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί, και αυτό είναι το σημαντικό, είναι τα ερείπια μιας τρίκλιτης βασιλικής που μαρτυρεί, σύμφωνα και με πληροφορίες του Τμήματος Αρχαιοτήτων, ότι ο χώρος χρησιμοποιήθηκε από τους πρώτους χριστιανούς, αρχικά τον 5ο αι. μ.Χ. ως τόπος λατρείας, όπου στη συνέχεια έκτισαν εκκλησία.

Κύκκος

Ένα από τα σημαντικότερα λατρευτικά κέντρα της χριστιανοσύνης στην Κύπρο είναι αδιαμφισβήτητα το μοναστήρι του Κύκκου. Εκεί, σύμφωνα με το βιβλίο «Οι περιγραφές της Ιεράς Mονής Κύκκου», στο οποίο μιλά κάποιος επονομαζόμενος Εφραίμ για τον βίο του αγίου Ευτυχίου και την ιστορία ίδρυσης του μοναστηριού, σημειώνεται: «Και όπως στον Μωυσή, λέγει, δόθηκε βοηθός ο Ααρών, έτσι και στον Ευτύχιο δόθηκε ο συστρατιώτης Νικόλαος, γιατί μαζί του χάλασε τον ναό της μιαρής θεάς των Ελλήνων και έκτισε το ωραιότατο τέμενος της Αγίας Θεοτόκου από τις πέτρες αυτής».

Σε σχετική ερώτηση που υποβλήθηκε σε μοναχό της μονής, ο οποίος δεν θέλησε να αποκαλύψουμε το όνομά του, ισχυρίστηκε αναφορικά με το θέμα, ότι κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί και ότι αν υπήρχε ναός, αυτός ίσως ήταν σε κοντινό χωριό. Τα μυστικά ωστόσο της τέχνης, όπως απεικονίζονται στις αγιογραφίες στον προαύλιο χώρο του μοναστηριού, μας αποκαλύπτουν μια άλλη αλήθεια, την οποία μπορεί κανείς να ερμηνεύσει από μόνος του.

Μητρόπολη Λεμεσού

Έξω ακριβώς από τη Μητρόπολη Λεμεσού, στον προαύλιο χώρο, κείτονταν σιωπηλά, ποιος ξέρει για πόσους αιώνες, κάποια λείψανα αρχαίου οικοδομήματος ελληνικής τεχνοτροπίας με εγχάρακτη ελληνική γραφή. Κατά παράδοξο λόγο, οι πηγές που αναφέρονται στην ιστορία της ίδρυσης της συγκεκριμένης εκκλησίας δεν κάνουν οποιαδήποτε αναφορά για ναό που ενδεχομένως να υπήρχε, είτε στην ίδια τοποθεσία είτε στη γύρω περιοχή.

Μονάγρι

Παρόμοιο γεγονός, ως προς τη χρήση αρχαίων ναών για οικοδόμηση καινούργιων εκκλησιών, συναντήσαμε και σε ακόμα ένα μοναστήρι της επαρχίας Λεμεσού. Πρόκειται για το μοναστήρι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στο Μονάγρι. Ο ιερωμένος του μοναστηριού μάς ενημέρωσε ότι οι 2 μαρμάρινες κολόνες που στηρίζουν την είσοδο της εκκλησίας έχουν μεταφερθεί εκεί από τον αρχαιολογικό χώρο της Άλασσας, που βρίσκεται σε απόσταση μόλις 2 χιλιομέτρων από το μοναστήρι.

Απαισιά – Φασούλα

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ύπαρξη εγχάρακτων αρχαίων κολόνων έξω από το προαύλιο των εκκλησιών στα χωριά Απαισιά και Φασούλα στη Λεμεσό. Στην Απαισιά, σύμφωνα με μαρτυρία του εκλιπόντος κοινοτάρχη του χωριού Κώστα Παπαχαραλάμπους, κατά την κατασκευή δρόμων στο χωριό, βρέθηκαν αρχαία αγγεία και υπολείμματα αρχαίου ναού, τα οποία, σύμφωνα με μαρτυρίες αρχαιολόγων, ανήκουν σε προγενέστερο ναό του Απόλλωνα και της Αφροδίτης στον ίδιο χώρο.

Ακρωτήρι – Σταυροβούνι – Όμοδος

Μαρμάρινα κιονόκρανα, κορινθιακού ρυθμού, μπορεί κανείς να διακρίνει και στο μοναστήρι των Γάτων στο Ακρωτήρι Λεμεσού, ενώ στο Σταυροβούνι της επαρχίας Λευκωσίας υπάρχουν μαρμάρινες κολόνες με αρχαία ελληνικά γράμματα. Την ύπαρξη ναού στο Σταυροβούνι ενισχύουν και εκκλησιαστικές πηγές, που αναφέρουν ότι στο βουνό υπήρχε ναός αφιερωμένος στον Δία, πριν η Αγία Ελένη τον μετατρέψει σε χριστιανικό ναό. Τέλος, στο χωριό Όμοδος, στην είσοδο του μοναστηριού του Τιμίου Σταυρού υπάρχει αρχαία κολόνα, που καταμαρτυρεί επίσης την προγενέστερη παρουσία ελληνορωμαϊκού ναού.

Ταμασσός

Εκτός από την αρχαία Αμαθούντα, το ίδιο σκηνικό εντοπίζεται και στα υπόλοιπα αρχαία βασίλεια της Κύπρου. Αρχίζοντας από την ξακουστή Ταμασσό της επαρχίας Λευκωσίας, στην επίσημη ιστοσελίδα της Εκκλησίας της Κύπρου αναφέρεται ότι εκεί έδρασε ο διάδοχος του Αποστόλου Βαρνάβα, Άγιος Ηρακλείδιος. Συγκεκριμένα, για τον βίο του Αγίου, η ιστοσελίδα της Εκκλησίας της Κύπρου αναφέρει: «Η Ταμασσός ήταν μέχρι τότε κέντρο λατρείας της θεάς Άρτεμης και των άλλων θεών του Ολύμπου, γι’ αυτό αναλαμβάνει να οδηγήσει τους ειδωλολάτρες στον δρόμο του Θεού».

Το πώς ανέλαβε αυτό το έργο, παραμένει ακόμη άγνωστο, αφού η πηγή κάνει λόγο για θανάτωσή του από τους Εθνικούς στη συνέχεια. Αυτό όμως που είναι σίγουρο, είναι ότι στην περιοχή δεν υπάρχει κάτι που να θυμίζει ναό της Άρτεμης, εκτός από κάποια ερείπια στον αρχαιολογικό χώρο. Ωστόσο, εκεί δεσπόζει ένα αξιόλογο γυναικείο μοναστήρι, που φέρει το όνομα του Αγίου. Μέσα στο πανέμορφο προαύλιο του μοναστηριού, υπάρχουν σκορπισμένες διάφορες αρχαίες κολόνες που, αν και διεγείρουν την φαντασία, δεν επιτρέπουν να εξάγουμε κάποια ασφαλή συμπεράσματα για το πώς κατέληξαν εκεί.

Παρόμοια αρχαιολογικά ευρήματα ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου υπάρχουν και σε άλλα μοναστήρια και εκκλησίες της Κύπρου, όπως το Μοναστήρι του Αγίου Μηνά, το Μοναστήρι της Σφαλαγγιώτισσας, η εκκλησία της Παναγιάς του Κάμπου, το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου του Αλαμάνου, το Μοναστήρι του Τιμίου Σταυρού στην Ανώγυρα, η εκκλησία της Παναγίας Χρυσοπολίτισσας και πολλά άλλα.

Ιστορικό πλαίσιο

Η Κύπρος, είναι αλήθεια, ότι όντας γεωγραφικά προσκείμενη στην κοιτίδα του χριστιανισμού, τα Ιεροσόλυμα, υπήρξε από τις πρώτες περιοχές που δέχτηκαν το κήρυγμα της καινούργιας θρησκείας από τον Πέτρο, τον Βαρνάβα και τον Ιωάννη κατά την πρώτη περιοδεία των αποστόλων. Αυτό καταμαρτυρείται, άλλωστε, και μέσα από τις ίδιες τις πηγές, όπως αυτές προκύπτουν από τις Πράξεις των Αποστόλων (Πραξ. Κεφ. 13,4-5). Αποτέλεσμα της περιοδείας τους ήταν να κατορθώσουν να προσηλυτίσουν τον Ρωμαίο Ανθύπατο Σέργιο Παύλο. Ωστόσο, το μαρτυρικό τέλος του Βαρνάβα στην Κύπρο, το οποίο σύμφωνα με την παράδοση έγινε διά λιθοβολισμού, αφήνει να εννοηθεί ότι η διάδοση δεν έγινε ούτε ειρηνικά ούτε χωρίς αντίδραση από το τοπικό στοιχείο.

Εξελληνισμένος χριστιανισμός

ΣTHN εκκλησιαστική ιστοριογραφία της Κύπρου προβάλλεται συχνά ως επιχείρημα ότι για την καταστροφή των αρχαίων ναών ευθύνονται δύο μεγάλοι σεισμοί που έπληξαν το νησί γύρω στο 332 μ.Χ. και το 342 μ.Χ., με αποτέλεσμα αυτοί να εγκαταλειφθούν. Αυτό ίσως δίνει κάποιες απαντήσεις για την τύχη των ιερών, ωστόσο, δεν ανταποκρίνεται στην πλήρη αλήθεια με τα όσα αναφέρουν οι εκκλησιαστικές πηγές μας. Η απάντηση στο ερώτημα, αν οι αρχαίοι ναοί καταστράφηκαν από χριστιανούς ή εγκαταλείφθηκαν έπειτα από τους δύο σεισμούς που προαναφέραμε ή και τα δύο, δεν μπορεί να είναι επισφαλής. Λαμβάνοντας υπόψη ότι μετά τη βυζαντινή αυτοκρατορία ακολούθησαν επιδρομές Αράβων, Τούρκων, Ενετών και Φράγκων, στην πορεία μπορεί πολλά να κλάπηκαν ή να καταστράφηκαν.

Το σίγουρο πάντως είναι ότι ο τότε νικημένος Ελληνισμός κατάφερε στο διάβα του χρόνου να εξελληνίσει τον νικητή Χριστιανισμό, δημιουργώντας τη χιλιόχρονη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η νέα θρησκεία, κατάφερε να συνδυάσει τα αρχαιοελληνικά παγανιστικά στοιχεία και να τα προσαρμόσει στην νέα ιστορική ανάγκη, όπως επέβαλε η θεία πρόνοια της φύσης. Όπως όμως λέει ο σπουδαίος μας Καβάφης στο ποίημά του «Ιωνικόν», «Γιατί τα σπάσαμε ταγάλματά των, γιατί τους διώξαμεν απ’ τους ναούς των, διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι θεοί».