Η ρίζα του Κυπριακού προβλήματος

Συχνά ακούγεται η άποψη από διάφορους, ειδικούς και μη, ότι το Κυπριακό παρουσιάστηκε στα μέσα της δεκαετίας του ΄60 και συγκεκριμένα μετά τα γεγονότα της τουρκοκυπριακής ανταρσίας και των διακοινοτικών ταραχών (1963-1964). Την άποψη αυτή καλλιεργούν και προβάλλουν συστηματικά όλες οι τουρκικές κυβερνήσεις ανεξαρτήτως ιδεολογίας, με σκοπό να δικαιολογήσουν τη μετέπειτα παράνομη εισβολή και μέχρι σήμερα κατοχή του 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Κάπως έτσι προσπάθησε να προβάλει το Κυπριακό πρόβλημα και ο Πρέσβης των ΗΠΑ στην Κύπρο, στο πλαίσιο των πρόσφατων απαράδεκτων δηλώσεών του, όταν είπε ότι «Η κυπριακή διένεξη άρχισε πριν από 51 χρόνια και το 1974 πήρε μια τεράστια και τραγική τροπή». Αυτό όμως που με επιμέλεια αποσιωπάται συνειδητά ή ασυνείδητα εδώ και δεκαετίες είναι η ρίζα του κυπριακού προβλήματος, που τοποθετείται χρονολογικά από την Συνθήκη της Λωζάννης, με την οποία θα ασχοληθεί το παρόν άρθρο, προσπαθώντας να αποσαφηνίσει κάποια ιστορικά δεδομένα.

Το μεγαλύτερο παζάρι

Η Συνθήκη της Λωζάννης, γνωστή και ως το «Μεγαλύτερο παζάρι του 20ού αιώνα», υπογράφτηκε στην Ελβετία το 1923, τερματίζοντας ουσιαστικά μια σειρά από στρατιωτικές επιχειρήσεις που έχουν σαν αφετηρία το 1914 (Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος) και ολοκληρώνονται με τη Μικρασιατική Καταστροφή (1919-1922). Τα εμπλεκόμενα μέρη στη «Συνθήκη Ειρήνης», όπως αλλιώς ονομάζεται, είναι αφενός μεν η Βρετανική Αυτοκρατορία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ιαπωνία, η Ελλάδα, η Ρουμανία το Σερβο-Κροατο-Σλοβενικό κράτος, και αφετέρου η διάδοχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Τουρκία.

Σχετικά με τις πρόνοιες την Συνθήκης, εδώ και πολλά χρόνια τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο υπάρχει η τάση να επικεντρωνόμαστε, ως επί το πλείστον, στην ανταλλαγή πληθυσμών αλλά και στους εδαφικούς διακανονισμούς μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας. Αυτό είναι λογικό, αφού οι πρόνοιες ισχύουν μέχρι και σήμερα, και δικαιολογημένα μας ενοχλεί η απώλεια της περιοχής της Σμύρνης, της Ίμβρου και της Τένεδου.

Εντούτοις, η συνεχής εμμονή γύρω από το θέμα αυτό αποσπά την προσοχή από κάποια άλλα σημαντικά ζητήματα, που αφορούν την περιοχή της Ανατολικής Θράκης αλλά και στη συγκεκριμένη περίπτωση την Κύπρο, όπου σύμφωνα με το άρθρο 20: «Η Τουρκία δηλοί ότι αναγνωρίζει την προσάρτησιν της Κύπρου ανακηρυχθείσαν υπό της Βρετανικής Κυβερνήσεως την 5ην Νοεμβρίου 1914».

Το αμείλικτο άρθρο 21

Στη συνέχεια, αυτό που προκαλεί εντύπωση αλλά και προβληματισμό είναι το γεγονός ότι αν και στη Συνθήκη της Λωζάννης γίνεται αναφορά στα ζητήματα ιθαγένειας των κατοίκων του νησιού, εντούτοις αυτή η μικρή αλλά άκρως σημαντική λεπτομέρεια έχει δυστυχώς έντεχνα αποσιωπηθεί τόσο μέσα στους κόλπους των σχολικών βιβλίων, ενώ ταυτόχρονα απουσιάζει και από τον ευρύτερο πολιτικό μας διάλογο. Ιστορικά λοιπόν μιλώντας, βάσει της Συνθήκης, η Τουρκία από το 1923 (Λωζάννη) απεμπόλησε κάθε αξίωση προς στην Κύπρο, η οποία προσαρτήθηκε στο Βρετανικό Στέμμα (1925).

Το κύριο ζήτημα της μεταβίβασης της εξουσίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στη Βρετανική Αυτοκρατορία, όπως έχουμε προαναφέρει, ήταν αυτό της ιθαγένειας. Το ζήτημα αυτό ξεκαθαρίζει το άρθρο 21, το οποίο και προβλέπει: «Οι Τούρκοι, οι εγκατεστημένοι εν τη νήσω Κύπρω κατά την 5ην Νοεμβρίου 1914, θα αποκτήσωσιν, εφ’ οις όροις προβλέπει ο εγχώριος νόμος, την
βρεταννικήν ιθαγένειαν, αποβάλλοντες ως εκ τούτου την τουρκικήν.

»Θα δύνανται, εν τούτοις, επί δύο έτη από της ενάρξεως της ισχύος της παρούσης Συνθήκης, να ασκήσωσι δικαίωμα επιλογής υπέρ της τουρκικής ιθαγενείας· εν τοιαύτη περιπτώσει, δέον να εγκαταλείψωσι την Κύπρον εντός δώδεκα μηνών, αφ’ ης ημέρας ασκήσωσι το δικαίωμα της επιλογής.

»Ωσαύτως αποβάλλουσι την τουρκικήν ιθαγένειαν, οι Τούρκοι υπήκοοι, οι εγκατεστημένοι εv τη νήσω Κύπρω κατά την έναρξιν της ισχύος της παρούσης Συνθήκης, οίτινες κατά την εποχήν αυτήν έχουσιν αποκτήσει ή πρόκειται να αποκτήσωσι την βρεταννικήν ιθαγένειαν, συνεπεία αιτήσεως υποβληθείσης κατά τας διατάξεις της εγχωρίου νομοθεσίας.

»Εννοείται ότι η Κυβέρνησις της Κύπρου θα δύναται να αρνηθή την βρεταννικήν ιθαγένειαν εις τους αποκτήσαντες, άνευ της αδείας της Τουρκικής Κυβερνήσεως, πάσαν άλλην ιθαγένειαν εκτός της τουρκικής».

Το προπατορικό «αμάρτημα»

Με απλά λόγια λοιπόν, βάσει του άρθρου 21 της Συνθήκης, οι Τούρκοι, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι στο νησί από το 1914 και επιθυμούσαν να παραμείνουν, θα έπρεπε να αποβάλουν την τουρκική ιθαγένεια και να αποκτήσουν τη βρετανική. Σε αντίθετη περίπτωση, όσοι Τούρκοι επιθυμούσαν να διατηρήσουν την τουρκική ιθαγένεια, θα έπρεπε να εγκαταλείψουν την Κύπρο εντός 12 μηνών. Σε αυτό λοιπόν το σημείο δημιουργείται σε η εξής εύλογη απορία:

Πώς είναι δυνατό μετά από μια κατάσταση, η οποία φαίνεται εντελώς ξεκάθαρη το 1923, να περάσουν σχεδόν 40 χρόνια και να φτάσουμε το ’63, για να μας εξηγήσουν ότι υπάρχει ένα διακοινοτικό πρόβλημα μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, αφού οι δεύτεροι, βάσει της Συνθήκης, δεν θα έπρεπε καν να υπάρχουν στο νησί; Η απάντηση βρίσκεται φυσικά στο θνησιγενές Σύνταγμα Ζυρίχης-Λονδίνου (1959), κατά το οποίο με το άρθρο 2 αναγνωρίζει την ύπαρξη και ελληνικής και τουρκικής κοινότητας.

Η παρακαταθήκη του Κλεμανσό

Αν και το πλαίσιο της «Συνθήκης Ειρήνης», λοιπόν, ήταν παντελώς ξεκάθαρο, εντούτοις, η ιστορική πραγματικότητα υπήρξε διαφορετική. Βρετανοί και Τούρκοι ουδέποτε σεβάστηκαν την υπογραφή τους, με αποτέλεσμα οι δεύτεροι να παραμείνουν στο νησί με τις ευλογίες των πρώτων, προφανώς γιατί γνώριζαν ότι στο μέλλον θα τους ήταν χρήσιμοι. Μέσα από αυτό το πρίσμα μπορεί να ερμηνευτεί και η έκθεση του Βρετανού Πρέσβη στην Αθήνα προς το Foreign Office, όταν τη δεκαετία του ΄50 έλεγε «Το τουρκικό χαρτί δεν είναι εύκολο στον χειρισμό, αλλά χρήσιμο στη δύσκολη θέση που βρισκόμαστε».

Τα τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν μετά το 1960, αποκάλυψαν ξεκάθαρα και τους σκοπούς αυτού του δυσλειτουργικό συντάγματος, το οποίο με δολιότητα επιβλήθηκε στην Κύπρο, με τη συναίνεση ασφαλώς και του Μακαρίου. Αυτό που έχει σημασία για εμάς σήμερα είναι να κατανοήσουμε ότι οι Συνθήκες δεν είναι κάτι το στατικό, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που μπορούν ανά πάσα στιγμή να αλλάξουν, αρκεί, ασφαλώς, κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μας να έχουμε τα λόγια του Ζορζ Κλεμανσό: «Υπογράφουμε συνθήκες, όχι για να τερματίζουμε τους πολέμους, αλλά για να τους αρχίζουμε».