Ο καιρός γαρ εγγύς…

IMG_1669

Ο ρόλος που διαδραματίζει η Κυπριακή Ορθόδοξη Εκκλησία στην πορεία επιβίωσης του κυπριακού Ελληνισμού είναι αναμφισβήτητα ζωτικής σημασίας. Με την επάνοδο, ωστόσο, του ακραίου Ισλάμ και την εμφάνιση του Ισλαμικού Κράτους, και με την Τουρκία των Ερντογάν/Νταβούτογλου να οραματίζεται την ανασύσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Κύπρος επανακτά επιπλέον την γεωπολιτική της αξία ως προπύργιο της Χριστιανοσύνης για ολόκληρη την Ευρώπη. Με αυτά τα δεδομένα, θα ανέμενε κανείς από την Κυπριακή Εκκλησία να βρίσκεται σε ετοιμότητα και εγρήγορση, προκειμένου να θωρακίσει πνευματικά τον κυπριακό λαό από την πολιτισμική εισβολή του νεο-Οθωμανισμού και παράλληλα να προετοιμάζεται για τυχόν ακραίες καταστάσεις που μπορούν να προκύψουν. Αντιθέτως, αυτό που παρατηρούμε είναι ένας αποπροσανατολισμός της εκκλησιαστικής ηγεσίας από τα πνευματικά της καθήκοντα, και τη συνεχή ενασχόλησή της με χρηματιστικές-επιχειρηματικές δραστηριότητες.

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού στη βάση μιας καθαρά οικονομικής λογικής, φαίνεται πως έχει, δυστυχώς, επηρεάσει και ανώτερους εκκλησιαστικούς κύκλους, που άρχισαν να σκέφτονται κατ’ ανάλογον τρόπον. Ενόψει λοιπόν της λύσης που προετοιμάζεται, το μεγάλο στοίχημα όσων επιβουλεύονται την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι η εξασφάλιση της συναίνεσης της Εκκλησίας, ακριβώς διότι ως ιστορικός θεσμός του τόπου ασκεί μεγάλη επιρροή στον λαό της Κύπρου.

Τους έπεισε ο Έιντε

Υπό αυτό πρίσμα οφείλουμε να ερμηνεύουμε τις επαφές Έιντε με τον Αρχιεπίσκοπο, αφού ο Νορβηγός διπλωμάτης γνωρίζει πάρα πολύ καλά ότι η συγκατάθεση και μόνο της πολιτικής ηγεσίας δεν αποτελεί από μόνη της ικανή συνθήκη, ούτως ώστε να επέλθει ο «αναγκαίος συμβιβασμός». Ο ίδιος μάλιστα ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας, στη συνάντηση που είχε με τον απεσταλμένο του ΟΗΕ τον προηγούμενο μήνα, έκανε λόγο για «χαρούμενο κλίμα», δηλώνοντας ότι η Εκκλησία συμφωνεί με τους χειρισμούς Έιντε και πως όλα βαδίζουν σωστά..

Μιλούν τα λεφτά..

Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο οικονομικός εξαγοράσιμός υπήρξε ανέκαθεν πάγια τακτική των Οθωμανών. Αυτό μάς είναι ήδη γνωστό από την Ιστορία, αν κανείς θυμηθεί την περιβόητη «πατρική παραίνεση» του «Γκραντ Σινιόρε» (σουλτάνος) το 1821, όταν προσήγγισε τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριο Ε’, με σκοπό ο δεύτερος να αφορίσει την Ελληνική Επανάσταση. Είναι πράγματι ανησυχητικό να βλέπει κανείς δημοσιεύματα στον τουρκικό Τύπο, που φέρουν τον τίτλο «Μιλούν τα λεφτά: Ακόμα και η Εκκλησία στην ε/κ πλευρά θέλει τώρα λύση».

Σύμφωνα με το συγκεκριμένο άρθρο της δημοσιογράφου Γινάτς στη «Χουριέτ», ακόμη και η Εκκλησία, που διαδραματίζει κομβικό ρόλο στην πολιτική ζωή του νησιού και άσκησε δριμεία κριτική στο σχέδιο Ανάν το 2004, φαίνεται να έχει αλλάξει τη στάση της. «Σε κάθε περίπτωση, όπως και στην περίπτωση της Ελλάδας, η Εκκλησία λέγεται ότι κρατάει την οικονομία!», σημειώνει χαρακτηριστικά. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι, πρόσφατα, ο Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Μεβλούτ Τσαβούσογλου κάλεσε ανοικτά την Εκκλησία να στηρίξει την προσπάθεια λύσης.

Από την ε/κ πλευρά, έκκληση απηύθυνε και ο Πρόεδρος της ΟΕΒ Χρίστος Μιχαηλίδης, ο οποίος, μιλώντας στα κατεχόμενα για τον ρόλο της Εκκλησίας, σημείωσε ότι αυτή κουβαλά σημαντικό βάρος στην πολιτική ζωή της ελληνικής Κύπρου και στην πραγματικότητα ήταν ένας από τους παράγοντες που ηγήθηκε του «στρατοπέδου» του «όχι» το 2004. Ωστόσο, είπε, η Εκκλησία εργάζεται τώρα για την ειρήνη και δεν θα είναι πρόβλημα ενόψει της λύσης.

Αγωγός προς Τουρκία

Σε πολιτικο-ιδεολογικό επίπεδο, δυστυχώς, δεν είναι μόνο η νεοφιλελεύθερη δεξιά ή η μαρξιστική αριστερά που θεωρούν την οικονομία ως προϋπόθεση επίλυσης των εθνικών προβλημάτων, όπως το Κυπριακό. Στην ίδια παγίδα φαίνεται πως διολισθαίνει και η ηγεσία της Εκκλησίας παραβλέποντας, σκανδαλωδώς, πολιτισμικούς, θρησκευτικούς και γεωπολιτικούς παράγοντες, που προηγούνται της όποιας οικονομικολογιστικής λογικής.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δήλωση του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου του Β’ στις 27 Ιανουαρίου 2013. Κληθείς τότε να σχολιάσει τη δήλωση του κ. Νίκου Αναστασιάδη, σύμφωνα με την οποία ο αγωγός φυσικού αερίου μπορεί να περάσει μέσω Τουρκίας στην Ευρώπη, ο Μακαριότατος είπε: «Το όλο θέμα έχει δύο σκέλη: εάν εθνικά συμφέρει στην πατρίδα και στον λαό μας να περάσει από την Τουρκία, να περάσει. Και εάν συμφέρει οικονομικά να περάσει από την Τουρκία, να περάσει. Εμείς», συνέχισε, «θέλουμε τις καλές σχέσεις με όλα τα έθνη και με τους Τούρκους, και είμεθα πάντοτε ανοικτοί ό,τι συμφέρει στον κυπριακό λαό, και Έλληνες και Τούρκους και στις άλλες μειονότητες, δεν έχουμε λόγους εμείς να εναντιωνόμεθα», καταλήγοντας ως εξής: «Καλύτερα να τους αγαπούμε παρά να τους εχθρευόμεθα».

Επαναπροσεγγιστική ρητορική

Σε αυτό το πλαίσιο, τα τελευταία χρόνια, ο Αρχιεπίσκοπος έχει επίσης πυκνώσει τις συναντήσεις του με τον Μουφτή των κατεχομένων, και επιδίδεται συνεχώς σε μια επαναπροσεγγστική ρητορική, θέλοντας προφανώς να υποβάλει πως η θρησκεία πρέπει να μείνει εκτός της πολιτικής. Αν και στη θεωρία αυτά ακούγονται σωστά, εντούτοις, ο ίδιος φαίνεται να ξεχνά ότι το Ισλάμ δεν αποτελεί απλώς και μόνο μια θρησκεία, αλλά ταυτόχρονα ένα σύστημα κανόνων και τρόπου ζωής, που εμπεριέχει σαφώς πολιτικές και πολιτισμικές προεκτάσεις.

Αυτό που προβληματίζει ακόμα περισσότερο ήταν η πρόσφατη στάση που κράτησε η κορυφή της Εκκλησίας κατά τη συνάντηση που είχε με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όταν ο δεύτερος προέβη σε ενημέρωση της Ιεράς Συνόδου σχετικά για την πορεία των διαπραγματεύσεων. Υπενθυμίζεται ότι μετά τη συνάντηση, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Β’ δήλωσε στους δημοσιογράφους, «μπορώ να σας πω ξεκάθαρα ότι, εισερχόμενος στον χώρο της Συνόδου (ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας) μάς αντελήφθη όλους ότι είχαμε πολλές ανησυχίες», για να προσθέσει λίγο αργότερα, «θέλω να ξέρει ο κ. Πρόεδρος ότι η Εκκλησία θα του συμπαρασταθεί για μια σωστή λύση, που θα ζήσουν ευτυχισμένοι και Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι στη γη των πατέρων τους».

Ενόψει δημοψηφίσματος

Εν κατακλείδι, οι Τούρκοι απέδειξαν διαχρονικά με τη στάση τους ότι όχι μόνο δεν σέβονται τις συμφωνίες τους, αλλά στα κατεχόμενα επιδίδονται σε μιαν άνευ προηγουμένου πολιτισμική γενοκτονία, καταστρέφοντας ναούς, εκκλησίες και ξηλώνοντας νεκροταφεία, με σκοπό να ξεριζώσουν κάθε ελληνικό και χριστιανικό στοιχείο από τη γη των πατέρων μας. Οι επόμενοι μήνες κρίνονται ιδιαίτερα σημαντικοί, τόσο για την επιβίωση του κυπριακού Ελληνισμού όσο και για την προστασία της ξεκληριζόμενης πλέον Χριστιανοσύνης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το 2004 η Εκκλησία, ενάντια στις πιέσεις που δεχόταν, τήρησε μια πατριωτική στάση, όπως άλλωστε αρμόζει στο ιστορικό της χρέος, ψηφίζοντας «Όχι» στο Σχέδιο Ανάν. Σε λίγους μήνες, ο κυπριακός Ελληνισμός θα βρεθεί γι’ ακόμη μια φορά αντιμέτωπος με την Ιστορία και θα κληθεί να απαντήσει σε ένα νέο σχέδιο διζωνικής τουρκοποίησης που του ετοιμάζουν. Εναπόκειται, πλέον, στην Εκκλησία να αποφασίσει με ποια πλευρά της Ιστορίας επιθυμεί να συστρατευτεί. Ο καιρός γαρ εγγύς.

Αμαρτωλό και ηρωικό παρελθόν

Ιστορικά η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Κύπρο αναστηλώθηκε μετά την εισβολή των Οθωμανών το 1570 και την εκδίωξη των Ενετών από το νησί. Η αλλαγή αυτή υπαγορεύθηκε από την οθωμανική πρακτική της Αυτοκρατορίας μέσω του συστήματος των «μιλέτ», ήτοι θρησκευτικών κοινοτήτων. Αντί της καταστολής των θρησκευτικών κοινοτήτων της Αυτοκρατορίας, οι Τούρκοι επέτρεψαν έναν βαθμό αυτονομίας στις θρησκευτικές κοινότητες, εφόσον αυτές συμμορφώνονταν προς τις απαιτήσεις του σουλτάνου.

Με το νέο καθεστώς, η Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία προηγουμένως τελούσε υπό την αυστηρή επιτήρηση της Καθολικής Εκκλησίας, αναβίωσε το καθεστώς κυριαρχίας της επί του χριστιανικού πληθυσμού. Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου απέκτησε ιδιαίτερα μεγάλη επιρροή, και το 1660 άρχισε να αναγνωρίζεται ως επίσημος αντιπρόσωπος των Ελλήνων Κυπρίων, με δικαίωμα άμεσης πρόσβασης στο παλάτι του σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη. Το 1754, ο Αρχιεπίσκοπος ανέλαβε την ευθύνη για την είσπραξη των φόρων, ενώ υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες η Εκκλησία ζήτησε ενίσχυση από οθωμανικά στρατεύματα, προκειμένου να καταστείλει διάφορες εξεγέρσεις χωρικών που εναντιώνονταν στη βαριά φορολόγηση.

Στο πέρασμα του χρόνου, οι Οθωμανοί κατακτητές της Κύπρου έγιναν αδιάφοροι, κατά καιρούς καταπιεστικοί, ανάλογα με τις ιδιοσυγκρασίες των σουλτάνων και των τοπικών αξιωματούχων. Κατά τη διάρκεια τώρα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, οι οθωμανικές Αρχές, φοβούμενες ότι οι Έλληνες Κύπριοι θα επαναστατούσαν, εξόντωσαν τους ανώτατους κληρικούς άρχοντες. Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, που έδωσε αγώνα για τη βελτίωση της παιδείας των Ελλήνων της Κύπρου, κατηγορήθηκε για συνωμοσία εναντίον της κυβέρνησης, με αποτέλεσμα να συλληφθεί μαζί με τους Επισκόπους της εποχής, καθώς και εκατοντάδες ιερείς και λαϊκούς, και να οδηγηθούν όλοι στον θάνατο.